απεικονίζω


απεικονίζω
απεικονίζω, απεικόνισα βλ. πίν. 33

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απεικονίζω — (AM ἀπεικονίζω) 1. παριστάνω κάτι με ζωγραφικό ή πλαστικό έργο 2. περιγράφω, εκφράζω μσν. συλλαμβάνω με τον νου, μελετώ (αρχ., ομαι) συμβολίζω …   Dictionary of Greek

  • απεικονίζω — [апиконизо] р. изображать, воспроизводить …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • απεικονίζω — ισα, ίστηκα, ισμένος 1. παρασταίνω κάτι με ζωγραφικό ή πλαστικό έργο: Ο Λύσιππος ήταν ο μόνος καλλιτέχνης που είχε το δικαίωμα να απεικονίζει το Μ. Αλέξανδρο. 2. περιγράφω πιστά, εκφράζω: Στο έργο του απεικονίζει πιστά τους ήρωές του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπεικονιζόμενον — ἀπεικονίζω represent in a statue pres part mp masc acc sg ἀπεικονίζω represent in a statue pres part mp neut nom/voc/acc sg ἀπεικονίζω represent in a statue pres part mp masc acc sg ἀπεικονίζω represent in a statue pres part mp neut nom/voc/acc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεικονιζόντων — ἀπεικονίζω represent in a statue pres part act masc/neut gen pl ἀπεικονίζω represent in a statue pres imperat act 3rd pl ἀπεικονίζω represent in a statue pres part act masc/neut gen pl ἀπεικονίζω represent in a statue pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεικονισθέντα — ἀπεικονίζω represent in a statue aor part pass neut nom/voc/acc pl ἀπεικονίζω represent in a statue aor part pass masc acc sg ἀπεικονίζω represent in a statue aor part pass neut nom/voc/acc pl ἀπεικονίζω represent in a statue aor part pass masc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεικονισάμενον — ἀπεικονίζω represent in a statue aor part mid masc acc sg ἀπεικονίζω represent in a statue aor part mid neut nom/voc/acc sg ἀπεικονίζω represent in a statue aor part mid masc acc sg ἀπεικονίζω represent in a statue aor part mid neut nom/voc/acc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεικονίζει — ἀπεικονίζω represent in a statue pres ind mp 2nd sg ἀπεικονίζω represent in a statue pres ind act 3rd sg ἀπεικονίζω represent in a statue pres ind mp 2nd sg ἀπεικονίζω represent in a statue pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεικονίζουσι — ἀπεικονίζω represent in a statue pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀπεικονίζω represent in a statue pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀπεικονίζω represent in a statue pres part act masc/neut dat pl (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεικονιζομένη — ἀπεικονίζω represent in a statue pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἀπεικονίζω represent in a statue pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)